ΧΑΣΑΠΗΣ-ΚΑΣΑΠΗΣ (σφαγεύς, κρεοπώλης)

Τα παλιά χρόνια οι χασάπηδες ήσαν λιγοστοί καθώς όλοι οι νοικοκυραίοι ασχολούντο κυρίως με τη κτηνοτροφία και είχαν τα δικά τους ζώα τα οποία έσφαζαν και τα μοιράζονταν με τη σειρά αναμεταξύ τους.  Επειδή δεν υπήρχαν ψυγεία να συντηρήσουν το κρέας,  για να το διαθέσουν  έκαναν πλανόδιο εμπόριο ώστε να το πουλήσουν γρήγορα εντός της ίδιας ημέρας που σφαζόταν το ζώο.
Αργότερα όταν τα επαγγέλματα έγιναν πολλά και δεν είχαν όλες οι οικογένειες τα δικά τους ζώα, ή γιατί ήθελαν την ευκολία τους, η δουλειά των χασάπηδων  μεγάλωσε, οπότε έστησαν πάγκους σε κλειστές αγορές, και αργότερα σε δικα τους μαγαζιά.   
Στη χλώρακα ένας από τους πρώτους ημιεπαγγελματίες χασάπηδες ήταν το Αντρεούι, και αργότερα καθαρά επαγγελματίας ο γιός του ο Χριστοφής.
Ο Χριστοφής ήταν άνθρωπος πολύ προσιτός, και θυμάμαι εγώ σαν παιδί όταν συναντιόμαστε καμιά φορά κάτω στη θάλασσα της Αλικής που πηγαίναμε για μπάνιο, μιλούσαμε και συζητούσαμε, και θυμάμαι πόσο μου άρεσε να τον ακούω για πράγματα που τα έλεγε όμορφα, ώστε τον παρακολουθούσα με προσοχή.
Μου έλεγε πως ο πατέρας του επειδή δεν υπήρχαν ψυγεία την παλιά εποχή, για να συντηρήσει το απούλητο κρέας, το  έδενε με σχοινί και το κατέβαζε στο βάθος κάποιου βαθιού πηγαδιού όπου υπήρχε σχετική δροσιά.  Το ίδιο έκανε και αυτός όταν είχε παραγγελία να σφάξει πολλά ζώα για γάμο, και  το μεγάλο ψυγείο που είχε, γέμιζε και δεν χωρούσε.

Ο ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ


Έως τη δεκαετία του 1970, τα αυτοκίνητα στη Χλώρακα ήσαν λιγοστά, ενώ στην προηγούμενη δεκαετία σχεδόν ανύπαρκτα. Όμως οι άνθρωποι ήθελαν να διεκπεραιώνουν τις βαριές εργασίες τους, ήθελαν να μεταφέρουν προϊόντα, γι αυτό χρησιμοποιούσαν τα γαϊδούρια και τα μουλάρια προς τον σκοπό αυτό. Έβαζαν πάνω στο ζώο τη συρίζα, και μέσα σ’ αυτήν ότι ήθελαν να κουβαλήσουν σε μακρινές αποστάσεις.
Όμως υπήρχαν πολλοί φτωχοί κάτοικοι που δεν διέθεταν γαϊδούρια, ακόμα υπήρχαν και όσοι ήθελαν να πληρώσουν κάποιον να κάνει την εργασία τους.
Ζούσε λοιπόν στη Χλώρακα, ένας αγωγιάτης (μεταφορέας), που έχοντας ένα μικρό γαϊδουράκι επί σκοπού για να είναι χαμηλό και να μπορεί να το φορτοεκφορτώνει ευκολότερα καθώς και αυτός ήταν μικρός στο μπόϊ, που με αυτό το ζώο έκανε μεταφορές και αγώγια επί πληρωμή. Ήταν ο Γιαννουρής (Γιαννής) Παναγιωτου που είχε αποκλειστική εργασία το επάγγελμα του Αγωγιάτη. Με το μικρό του γαϊδουράκι κουβαλούσε οτιδήποτε του ανέθεταν. Από γεωργικά προϊόντα, κόπρι για τα χωράφια, αμμοχάλικα και πέτρες για να κτίζουν σπίτια, ειδικό ασπρόχωμα από την Καμήλα (περοχή της Κισσόνεργας) για να βάζουν στις στέγες στα σπίτια να μήν στάζουν, ακόμα και κανιά για να φτιάχνουν στέγες και ψαθαρκές που τις κρέμαζαν στα ταβάνια και τοποθετούσαν πάνω τα ψωμιά ώστε να μην τα πειράζουν οι λίμπουροι.

Ήταν ένας μικροσκοπικός ανθρωπάκος, αλλά πολύ δραστήριος και δουλευτής τα μέγιστα. Καμιά φορά δεν αρνήθηκε να κάνει αγώγειο, όσο δύσκολο και σκληρό να ήταν. Μέσα από στενά δρομάκια, χωράφια και κακοτράχαλα μονοπάτια, κουβαλούσε ότι εμπόρευμα του ανέθεταν. Το αγώγειο φτηνό, ίσα που έφτανε να ζήσει την οικογένεια του. Αλλά αυτός πείσμα για να τους ζήσει όσο καλύτερα, δούλευε σκληρά, δυσανάλογα με τις αντοχές και τις σωματικές του δυνάμεις μέχρι τέλους του βίου του.

Ο ΤΣΑΜΠΑΣΗΣ (Ζωέμπορος)

Τζαμπάζης ήταν ο έμπορος ζωντανών μεγάλων ζώων κυρίως μουλαριών, αλόγων, γαϊδάρων, βοϊδών αλλά και αιγοπροβάτων.  Τα ζώα τα αγόραζαν και τα μεταπουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα καλύτερα ή υποδεέστερα με καταβολή διαφοράς σε χρήματα, με τελική κατάληξη τη μεταπώληση όταν εύρισκαν συμφέρουσα τιμή, ή απλά πληρώνονταν για τη μεσητεία τους.
Στην κύπρο από παντα, οι περισσοτεροι κατοικοι ειχαν κυρια ασχολια την γεωργία και την κτηνοτροφια.
Ο τόπος αποτελούσε έναν μεγάλο βοσκότοπο για τα ποίμνια των κατοικων, ως εκ τουτου πολλοι ησαν οι βοσκοι κυριως προβατων και αιγων.

Τις αγοραπωλησίες των ζώων λοιπον, αναλάμβαναν οι ζωέμποροι, που ονομάζονταν και "τσαμπάσηδες". Επίκεντρο των αγοραπωλησιών αποτελούσαν οι ζωοπανηγύρεις που συνόδευαν συνήθως τις εορταστικές και εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων πανηγυριών. Εκτός από τους ντόπιους ζωέμπορους, την περιοχή επισκέπτονταν τότε και μεταπράτες από ολη την κυπρο, για να διαπραγματευτούν με τους ντόπιους την αγοραπωλησία ζώων.


Στη Χλώρακα δεν υπήρχε ζωέμπορος, αλλά επειδή ήταν αναγκαίος ένεκα της ανεπτυγμένης κτηνοτροφίας που υπήρχε είτε επαγγελματικά, αλλά είτε καθώς κάθε οικογένεια εξέτρεφε ζώα όπως λο0ττα (γουρούνα που γεννούσε), είτε αίγιες (κατσίκες που έδιναν γάλα και γεννούσαν ρίφια), κάποιος κάτοικος πάντα μεσολαβούσε ώστε να φέρνει ξένους ζωέμπορους για να πραγματεύονται αγοραπωλησίες κυρίως γουρουνιών και αιγοπροβάτων. Αυτή την μεσιτεία ανάμεσα στους εμπόρους και στους παραγωγούς επ’ αμοιβή, έκανε εν πρώτοις, ο Γιώρκας, και ακολούθως όταν γέρασε, ο Νικολής Αριστοδήμου, και δυο άνθρωποι επιτήδειοι στο επάγγελμα. Για πολλά χρόνια τις δεκαετίες  ’60 έως  ‘80,  ταχτικός τσάμπασης που επισκεπτόταν την κοινότητα, ήταν ο Βελισσάριος από τη Λετύμπου, που εμπορευόταν μόνο μικρούς σιοίρους  (χοίρους), γι αυτό τον αποκαλούσαν σιοιριάρη.

Ο ΧΕΙΡΟΠΡΑΚΤΗΣ, ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ

Τα παλιότερα χρόνια, σε κάποια τυχερά μέρη, υπήρχε και ένας πρακτικός γιατρός ή και μαμμή. Δεν ήτανε σπουδασμένοι αλλά άνθρωποι απλοί, που είχαν το χάρισμα και τη θέληση να θεραπεύουν τους άρρωστους, και να ξεγεννούν τιε έγγυες γυναίκες.
Ο πρακτικός γιατρός, έπρεπε πρώτα να έχει το χάρισμα να θεραπεύει, αλλα και γνώσεις ιδίως ανατομίας του ανθρώπινου σώματος, καθώς και των ζώων, αφου θεραπευαν και τα ζώα.
Από σπασμένο πόδι ή χέρι μέχρι στραμπούλιγμα και νευροκαβαλίκεμα τα γιάτρευαν. Ασθένειες των μικρών παιδιών, ίκτερο, πίεση, ανορεξία και όσα παίδεύαν τους ανθρώπους. Δια της επαφής ή με κατάλληλες κινήσεις των χεριών τους, ή με φυσικά βότανα και αλοιφές καθώς και διάφορα γιατροσόφια, θεραπευαν τους ασθενεις, ενώ σπάνια δέχονταν αμοιβή ή δώρα από όσους θεράπευαν.
Η φήμη τους ήταν απλωμένη παντου, σε περίχωρα αλλα και σε μακρινά μέρη, και όλοι τους εκτιμούσαν και τους αγαπούσαν. Είχαν μεγάλο κύρος στους άλλους ανθρώπους, και υπόληψη από αυτούς.
Το χωριό της Χλώρακας είχε την τύχη κατά τον περασμένο αιώνα, να εχει μαμμού, αλλά και χειροπράκτη γιατρό. Ήταν η Χατηελενούνα για την οποία γράψαμε σε άλλο κεφάλαιο, και ο Αγησήλαος χατζηγιάννης, τον σπουδαιότερο ίσως ανά την Κύπρο χειροπράκτη γιατρό.

Ο Αγησίλαος Χ'Γιάννη  φημισμένος χειροπράκτης ορθοπεδικός των παλαιών χρόνων.
Με την τέχνη του οδηγούσε τους ανθρώπους στην ανακούφιση από τον πόνο καθώς μπορούσε να θεραπέυει σπαμενα και ταραμένα κόκκαλα ή μυοπάθειες.
Γεννήθηκε στο χωριό Τάλα, της επαρχίας Πάφου, το 1903. Ο πατέρας του, Γιάννης Χ'Γιάννης, ξενιτεύτηκε από μικρός στη Μ.Ασία, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι που πήγαιναν εκεί για να εργαστούν λόγω της πλούσιας γεωργικής καλλιέργειας. Στον ελεύθερο χρόνο που είχε μάθαινε την τέχνη του χειροπράκτη ορθοπεδικού. Όταν επέστρεψε πίσω στη Κύπρο και συγκεκριμένα στην Τάλα της Πάφου, ασχολήθηκε με τη γεωργία, ενώ παράλληλα ασκούσε και την τέχνη την οποία έμαθε στη Μ.Ασία.
Την πρώτη επαφή με την τέχνη του χειροπρά­κτη ορθοπεδικού ο Αγησίλαος την έκανε μια μέρα του 1920 όταν επισκέφτηκε ένας ασθε­νής τον πατέρα του, ο οποίος είχε βγάλει τον ώμο του και υπέφερε πολύ. Ο πατέρας του Αγησίλαου άρχισε να τον περιποιείται αλλά έδειχνε να δυσκολεύεται. Τότε ο Αγησίλαος που κρυφοκοίταζε από τη μισάνοιχτη πόρτα φώναξε του πατέρα του:«Εν λάθος που μασιέ­σαι να το βάλεις». Ο πατέρας του κάπως θυμω­μένα του είπε:«Έλα δα ρε, εσού, πΥ να μου παίξεις τζαι τον μάστρον». Ετσι, ο Αγησίλαος πλησίασε τον ασθενή και με μία μόνο κίνηση, έβαλε τον ώμο στην θέση του. Ο πατέρας τον ρώτησε πως γνώριζε την τέχνη, και αυτός του απάντησε πως τον παρακολουθούσε κρυφά και έμαθε.
Ο Αγησίλαος ήρθε στη Χλώρακα γύρω στο 1930, όπου νυμφεύτηκε τη Μαρία Νικολάου και μαζί απέκτησαν εννέα παιδιά. Κύρια ασχολία του ήταν η γεωργία, όμως ασκούσε και την τέχνη που κατάφερε να μάθει από τον πατέρα του.
Ασκούσε την τέχνη του χειροπράκτη ορθοπε­δικού σε μια εποχή που δεν υπήρχαν επαγγελ­ματίες ορθοπεδικοί και όταν αργότερα εμφανί­στηκαν ήταν ελάχιστοι. Είχε φοιτήσει μέχρι την τρίτη γυμνασίου, παρόλα αυτά γνώριζε άριστα την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, αφού εκτός από την Ανθρωπολογία που διδάχτηκε στο γυμνάσιο μελέτησε και άλλα ιατρικά συγγράμματα, που πιθανόν είχε φέρει ο πατέρας του από τη Μ. Ασία.
Ο Αγησίλαος δεν θεράπευε τους ασθε­νείς του μόνο με τις γνώσεις του. Εξέπεμπε μια αύρα γαλήνης και ηρεμίας, και ενέπνεε στον ασθενή εμπιστοσύνη και εκεί που του μιλούσε, με μια απότομη κίνηση και με άγγιγμα που έμοιαζε αγγελικό, τον ανακούφι­ζε από τον πόνο. Μόλις έβλεπε τον ασθενή καταλάβαινε αμέσως από τι πάσχει και πως το έπαθε. Πολλοί πιστεύουν πως η ικανότητα του αυτή ήταν θεόσταλτη. Το ταλέντο αυτό το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αφού πάντοτε πρόσφερε πς υπηρεσίες του στον συνάνθρωπο του, χωρίς ποτέ να ζητάει χρήματα.

Η φήμη του πολύ γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κύπρο. Μια φορά ήρθε ένας Τουρκοκύπριος ο οποίος έφερε τη γυναί­κα του, που είχε στραβώσει η σιαγόνα της. Προτού τη φέρει στη Χλώρακα είχε επισκεφθεί αρκετούς γιατρούς όμως όλοι σήκωναν τα χέρια ψηλά. Είχε μάλιστα βάλει ολόκληρη την περι­ουσία του υποθήκη και ετοιμαζόταν να την πάρει στη Γερμανία για θεραπεία. Μόλις την είδε ο Αγησίλαος την πλησίασε και με μια μόνο κίνηση την θεράπευσε. Αμέσως διάταξε να της φέρουν νερό. Η γυναίκα έπεσε στα πόδια του και τον προσκυνούσε όπως να ήταν ο θεός της. Ο άντρας της τον αγκάλιασε κι γεμάτος χαρά του είπε να του φέρει μία αγελάδα για δώρο. Ο Αγησίλαος όμως δεν δέχτηκε. Μια άλλη φορά τον κάλεσαν σε ένα Τουρκοκυ­πριακό σπίτι για να θεραπεύσει ένα παιδάκι, που είχε σοβαρό ατύχημα με τον ιμάντα του αλευρόμυλου. Οι γονείς του, τον πήραν πρώτα στην Λευκωσία, όμως όλοι οι γιατροί τον είχαν ξεγραμμένο. Σχεδόν όλα τα κόκαλα του ήταν σπασμένα. Όταν πήγε στο σπίτι τους, ο Αγησί­λαος ρώτησε τους γονείς του παιδιού αν τρώει . Η απάντηση τους ήταν θετική και τότε τους λέει : «Μεν φοάστε, τα κόκαλα εν δουλειά δική μου». Τύλιξε με επιδέσμους το παιδί πάνω στο κρεβάτι και το είχε ακινητοποιημένο για ένα μήνα. Το δέσιμο που του έκανε δεν ήταν τυχαίο και έτσι σε ένα μήνα το παιδί έγινε καλά.
Μόλις είχαν τελειώσει οι μάχες του Μουττάλλου τον Μάρτη του 1964, ένας Τουρκοκύπριος τηλεφώνησε στο κοινοτικό τηλέφωνο της Χλώρακας και ζήτησε να πουν στον Αγησίλαο να πάει στον καφενέ του Μουττάλλου, γιατί ένας μικρός είχε βγάλει τον ώμο του. Εν τω μεταξύ όλοι ήταν ακόμη πανικόβλητοι από τις μάχες. Ο Αγησίλαος όμως δε'ν φοβόταν γιατί ήξερε πως οι Τουρκοκύπριοι τον εκτιμούσαν. Οταν έφτασε στην πλατεία του Μουττάλλου τον περικύκλωσαν εκατοντάδες οπλισμένοι Τουρκοκύπριοι. Τότε ένας αξιωματικός παρα­μέρισε τον όχλο ,τον άρπαξε πάνω του και τον φιλούσε. Επειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε «Τούτος δαμαί έσωσε μου την ζωή». Ο αξιωματικός αυτός ήταν το παιδάκι που είχε το ατύχημα με τον ιμάντα του αλευρόμυλου. Ο Αγησίλαος σύχναζε σε ορισμένα στέκια, που όλοι γνώριζαν και πήγαιναν εκεί να τους προ­σφέρει τις υπηρεσίες του. Πολλές φορές φτω­χοί άνθρωποι, κατέβαιναν από τα χωριά, για να τους θεραπεύσει και τον έβρισκαν συνήθως στην Περβόλα. Ο καλοσυνάτος αυτός άνθρω­πος λυπόταν να τους πάρει λεφτά και πολλές φορές έβγαζε από την τσέπη του χρήματα για να τους πληρώσει τα αγώγια. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο Αγησίλαος ήταν βανούκες, βλαμπάτσες (ασπράδι αβγού ανακατεμένο με πράσινο σαπούνι), μαξιλαρά­κια, χαρτόνια, και γρόσια για τους όγκους. Επίσης, πολλά άτομα των ανώτερων κοινωνι­κών στρωμάτων επισκέπτονταν τον ξεχωριστό αυτό άνθρωπο. Ένας κύριος είχε φέρει τη σύζυγο του που είχε ατύχημα στο χέρι. Όταν τελείωσε ο Αγησίλαος τους είπε πως δεν θέλει λεφτά. Ο κύριος όμως άφησε λεφτά πάνω στο τραπέζι χωρίς να τον δει ο Αγησίλαος. Λίγο καιρό αργότερα οι ορθοπεδικοί της Πάφου τον πήραν στο δικαστήριο, γιατί τους «έτρωγε» το ψωμί τους όπως υποστήριζαν. Στη .δίκη έκπλη­κτος ο Αγησίλαος παρατήρησε πώς ο δικαστής ήταν ο κύριος που λίγο καιρό πριν θεράπευσε τη γυναίκα του. Ο δικαστής απλώς τον ρώτησε «Είναι αλήθεια κύριε Αγησίλαε ότι παίρνεις λεφτά από τους ασθενείς σου;» «Όχι.» του απάντησε ο Αγησίλαος και ο δικαστής χαμογε­λώντας δεν έδωσε συνέχεια στην υπόθεση. Μια άλλη φορά όμως τον ξαναπήραν δικαστή­ριο οι ορθοπεδικοί και αναγκάστηκε να πληρώ­σει βαρύ πρόστιμο. Ο κόσμος όμως που τον υπεραγαπούσε δεν τον άφησε μόνο σε αυτή τη δύσκολη στιγμή και με εράνους που έγιναν, βοήθησαν στην αποπληρωμή του προστίμου. Ο Αγησίλαος όμως, είχε πληγωθεί πάρα πολύ και «ορκίστηκε» πως δεν θα ασχοληθεί ξανά με την τέχνη του. Δεν άντεξε όμως για πολύ. Ο κόσμος που υπέφερε έκανε ουρές έξω από το σπίτι του. Η ευαισθησία του και η ανθρωπιά του παραμέρισαν τον εγωισμό του και άνοιξε πάλι το σπίτι του για τους ασθενείς. Ο Αγησίλαος δεν θεράπευε μόνο ανθρώπους αλλά και ζώα. Σχεδόν όλοι οι παλιοί ασχολού­νταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Τα βόδια και τα γαϊδούρια ήταν απαραίτητα για τον κάθε αγρότη. Όπως γνώριζε την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, έτσι γνώριζε και την ανατομία του σώματος των ζώων. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, εξα­κολουθούσε να δέχεται ασθενείς στο σπίτι του. Όταν αρρώστησε βαριά από βρογχοπνευ-μονία και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο για περίθαλψη μια κυρία πέρασε για να του ευχη­θεί περαστικά. Αυτός όμως συνηθισμένος από την τέχνη του, έπιασε το χέρι της, το έσφιξε και μετά της λέει:«Εν μια χαρά το σιέριν σου. Εν έσιει τίποτε».
Η μεγάλη αυτή μορφή της Χλώρακας έσβησε τον Οκτώβρη του 1985, όχι όμως και από τις καρδιές των ανθρώπων. Όλοι ήξεραν πολύ καλά πώς ο Αγησίλαος ό,τι έκανε δεν το έκανε επειδή κατείχε κάποιες γνώσεις, αλλά επειδή ήταν γεννημένος γι' αυτή την τέχνη.

(Οι πληροφορίες  είναι παρμένες από τον εγγονό του Δρ. Ιωάννη Χριστοδού­λου, ορθοπεδικό στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου)

Ο ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΟΣ


Στη Χλώρακα το επάγγελμα του μελισσοκόμου έλαβε μεγάλης χρήσης στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν υπεύθυνος του Συνεργατισμού ανέλαβε ο ομοχώριος Ανδρέας Αζίνας, ο οποίος ως εκ της θέσεως του παρότρυνε και βοηθούσε τους χωριανούς να ασχολούνται με επαγγέλματα παρεμφερή με τη φύση, όπως γεωργία και κτηνοτροφία.
Κατ’ αρχάς ως κοινότητα υπό την επίβλεψη της εκκλησίας, έφτιαξαν ένα μεγάλο μελισσοκομείο στον περίγυρο της εκκλησίας της Χρυσοαιματούσης και της Χρυσελαιούσης, αλλά σε λίγο καιρό απομάκρυναν τις κυψέλες, καθώς ήταν πέριξ του νεκροταφείου, και κάποιοι σκέφτηκαν πως δεν ήταν σωστό οι μέλισσες να παίρνουν γύρη από τα λουλούδια α του νεκροταφείου.
Έτσι έκλεισαν το μελισσοκομείο, και τα μελίσσια διαμοιράστηκαν σε ορισμένους κατοίκους που θέλησαν να ασχοληθούν μ’ αυτό το επάγγελμα.
Εγώ μικρός τότε, θυμάμαι μελισσοκομείο να είχε ο Παπάκωστας, που μετά απ’ αυτόν, ανέλαβε ο γιος του Ανδρέας, αργότερα Παπανδρέας. Είχε τοποθετήσει τις κυψέλες πίσω από το εκκλησάκι του Αρχάγγελου Μιχαήλ, σε μια καυκάλλα γεμάτη δρύες, σχοινιές, θρουμπιά και μαζιά, ενώ από κάτω στον γκρεμμό που υπήρχε, ήταν η περιοχή των Κλούνων, μια μικρή κοιλάδα με τρεξιμιά νερά και οργιώδη άγρια βλάστηση, ιδανικός τόπος για να βρίσκουν τροφή οι μέλισσες.
Ενθυμούμαι καλώς τον Παπάνδρεα, όταν τα απογεύματα με τη στολή του που έμοιαζε όπως του αστροναύτη αλλά σε τετράγωνο σχήμα, κάπνιζε με το καπνιστήρι για να ναρκώσει τις μέλισσες είτε για να τις τσεκάρει, είτε για να τις ταΐσει, ή όταν τέλος, για να πάρει τις κερήθρες να βγάλει το μέλι. Μα όσο και να τις κάπνιζε, πολλές δεν ναρκώνονταν, και κατά πολλές ορμούσαν και μας τσιμπούσαν.
Θυμάμαι ακόμα τον εξαγωγέα μελιού, ένα ειδικό βαρέλι με μηχανισμό και θέσεις όπου έμπαιναν οι κερήθρες, και ύστερα με μια μανέλα, τις γυρνούσαμε. Ένεκα του μηχανισμού, γύριζαν με μεγάλη ταχύτητα και τοιουτοτρόπως το μέλι έβγαινε και έσταζε στον πάτο του βαρελιού, όπου υπήρχε βρύση και το μαζεύαμε.

Η εργασία της μελισσοκομικής, γίνεται στην ύπαιθρο, ενώ το επάγγελμα είναι εποχιακό. Πολλά άτομα ασχολούνται ερασιτεχνικά με τη μελισσοκομία διατηρώντας μικρό αριθμό κυψελών.
Ο μελισσοκόμος ασχολείται με την εκτροφή μελισσών, ώστε αυτές να παράγουν κυρίως μέλι, και βασιλικό πολτό. Συντηρεί και επισκευάζει τις κυψέλες, και τοποθετεί καινούργιες όταν ο πληθυσμός τους μεγαλωνει. Βάζει πρόσθετη τροφή στις κυψέλες για να συντηρηθούν οι μέλισσες την περίοδο του χειμώνα, ελέγχει την υγεία του σμήνους και συλλέγει το μέλι, αφήνοντας όμως και κάποια ποσότητα ως τροφή για τις μέλισσες.
Οι εποχές με τις περισσότερες εργασίες για το μελισσοκόμο, είναι η άνοιξη και το καλοκαίρι, γιατί γίνεται η συγκομιδή του μελιού. Το χειμώνα και το φθινόπωρο γίνονται εργασίες συντήρησης και προστασίας του σμήνους.
Ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί διάφορα μέσα για την προστασία από τα τσιμπήματα των μελισσών, όπως μάσκα και στολή, καπνιστήρι για να ναρκώνει τις μέλισσες ώστε να μπορεί να εργάζεται ελεύθερα χωρίς να τον τσιμπούν, καθώς και όργανα για την εξαγωγή του μελιού από τις κερήθρες.
Για την ενασχόληση αυτή, είναι σημαντική η απόκτηση εμπειρίας και η εκπαίδευση πάνω στη μελισσοκομία. Το επάγγελμα του μελισσοκόμου προϋποθέτει αγάπη για τη φύση. Η ικανότητα αντίληψης για την εύρεση καλών τοποθεσιών για τα σμήνη είναι χρήσιμη, ενώ απαραίτητη είναι η επιδεξιότητα καθώς και η ικανότητα για τον προσδιορισμό της τροφής που πρέπει να μείνει στις κυψέλες μετά την συγκομιδή του μελιού.
Ορισμένες φορές οι μετακινήσεις των κυψελών είναι απαραίτητες, σε περιοχές με καλύτερη ανθοφορία στα φυτά, ώστε οι μέλισσες να βρίσκουν περισσότερη τροφή κυρίως από γύρη συγκεκριμένων φυτών, όπως του θυμαριού, από το οποίο παράγεται μέλι καλής ποιότητας.
Πρόκειται για ένα καλό επάγγελμα, γιατί για το μέλι και τα προϊόντα του, υπάρχει ζήτηση στην αγορά.

Επειδή το επάγγελμα είναι εποχιακό, πολλοί μελισσοκόμοι εξασκούν παράλληλα και άλλες εργασίες, συνήθως γεωργικές. 

ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ - ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΣ

Ο τοκογλύφος δανείζει χρήματα με παράνομο τόκο. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως εξυπηρετεί δυστυχείς και τους σώζει από δύσκολες περιστάσεις. Αυτό πραγματικώς κάνει, αλλα αφού τους σώσει τους εντάσσει στο τοκολόγιό του και τους καταστρέφει ολοσχερώς, γιατί το αρχικό κεφάλαιο που τους δίνει, το παίρνει πίσω πολλαπλάσιο.
Οι τοκογλύφοι δεν αναζητούν τα θύματα τους, καθώς πάντα όλοι οι δυστυχείς που φτάνουν σε οικονομικά αδιέξοδα, πηγαίνουν μόνοι τους να τους παρακαλέσουν.
Ο Τοκογλύφος στη σκέψη των απλών φτωχών ανθρώπων, είναι συνήθως σκυθρωπός με στριφνό πρόσωπο, με βλέμμα στεγνό, και με λαδωμένο μαλλί και χωρίστρα στο πλάι.
Όσοι προσωπικώς γνωρίζουν έναν τοκογλύφο, τον σιχαίνονται, αλλα και τον φοβούνται.
Το άκουσμα του ονόματος από μόνο του προκαλεί φόβο, ενώ η συνεργασία μαζί του, πάντα καταλήγει σε συμφορά.
Όταν έρθει η ώρα που οι τοκογλύφοι δεν μπορούν να εισπράξουν, αρχίζουν πρώτα να απειλούν πως θα βγάλουν στο σφυρί τις υποθηκευμένες περιουσίες, και αν πάλιν δεν επιτύχουν, δια ιδιωτικής συμφωνίας, ή δια δικαστηρίου, οικειοποιούνται τις περιούσιες των φτωχών και κατεστραμμένων πλέον δανειοληπτών.
Οι Ρωμαίοι είχαν αποτυπώσει σε προτομή το πρόσωπο του τοκογλύφου. Αντιπαθής, αδίστακτος, πανούργος, άπληστος, κακούργος, και απεχθής.

Σιγά με τον καιρό αφού οικονομικά θέριεψαν, οι τοκογλύφοι δημιούργησαν τις τράπεζες που συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο η και χειρότερα. Έχοντας το νόμο με το μέρος τους, δανείζουν πολλαπλάσιες φορές το ρευστό που διαθέτουν. Δηλαδή αντί για χρήματα δανείζουν αέρα, που ωστόσο εισπράττουν κανονικό χρήμα. Με υπομονή βοηθούν όσους δεν μπορούν να πληρώσουν ώστε πρώτα να εισπράξουν το αρχικό κεφάλαιο που τους δάνεισαν, και ακολούθως με τόκο πάνω στον τόκο όταν το πόσο διπλασιαστεί, τους παίρνουν δικαστήριο όπου με συνοπτικές διαδικασίες καθώς οι νόμοι είναι πάντα στα μέτρα τους, προχωρούν στις εκποιήσεις των περιουσιών τους.
Οι τράπεζες συνήθως πάντα κερδίζουν τις δίκες, γιατί αυτοί που ψηφίζουν τους νόμους είναι πάντα υποχείριοι των μεγάλων κεφαλαιοκρατών και ιδιοκτητών των τραπεζών.

Σήμερα η μεγαλύτερη τοκογλυφία και νόμιμη «κλεψιά», διενεργείται από τις τράπεζες που έχοντας υπέρμετρα δυναμώσει, δεν επιτρέπουν σε ιδιώτες τοκογλύφους να δραστηριοποιούνται, και δια νόμων που έχουν θεσπίσει οι αντιπρόσωποι του λαού αλλα κατά βάσην υπόλογοι των Τραπεζιτών , τους το απαγορεύουν. 


Στη Χλώρακα ο πιο ξακουστός και επιτυχημένος τοκογλύφος, ήταν ο Χατζή Φίλιππος ο οποίος σκοτώθηκε σε ενέδρα από τους Τούρκους το 1958

ΟΙ ΒΙΟΛΑΡΗΔΕΣ


Οι Έλληνες διατήρησαν μέσα στους αιώνες που πέρασαν την παραδοσιακή τους μουσική. Οι Κύπριοι με ίδια εθνικότητα, γλώσσα, θρησκεία και πολιτισμό, διατήρησαν και αυτοί το ίδιο τη δική της μουσική κληρονομιά. Μέσα από τους διάφορους κατακτητές Πέρσες, Φοίνικες, Πτολεμαίους, Ρωμαίους, Φράγκους, Ενετούς, Τούρκους, Άγγλους, κατάφεραν να διατηρήσουν τον πολιτισμό τους, τη κουλτούρα τους και τη μουσική τους η οποία κατ αρχάς διαδόθηκε από στόμα σε στόμα από καλλίφωνους και ιεροψάλτες. Ακολούθως μέσα από τις ανάγκες επιβίωσης, διάφοροι τραγουδιστές έμαθαν να παίζουν διάφορα όργανα που τα χρησιμοποιούσαν ως δεύτερα βιοποριστικά επαγγέλματα. Με τον καιρό επικράτησε το βιολί ως σολίστικο όργανο, και το λαούτο ως συνοδευτικό.
Τη μουσική τους κυρίως την έπαιζαν σε γάμους, καθ ότι αυτή αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του μυστηρίου. Τους παλιούς καιρούς ο γάμος στη Χλώρακα διαρκούσε τρεις ημέρες. Από το Σάββατο μια μέρα πριν το γάμο, οι βιολάρηδες ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης δίνοντας το επίσημο κάλεσμα για τους άλλους χωριανούς να κοπιάσουν και να ξεκινήσουν το στρώσιμο του κρεβατιού. 
Την ημέρα του γάμου οι μουσικοί έπαιζαν για το στόλισμα της νύφης και το ξύρισμα του γαμπρού. Ακολούθως με μουσική τους συνόδευαν στην εκκλησία όπου η νύφη παραδιδόταν στο γαμπρό. Μετά την τελετή στο σπίτι της νύφης όλοι διασκέδαζαν και χόρευαν υπό τη συνοδεία των Μουσικών. Επειδή τον παλιό καιρό δεν υπήρχαν πολλών ειδών διασκέδασης, σε κάθε γάμο οι καλεσμένοι δεν είχαν όρεξη να εγκαταλείψουν το γλέντα. Έτσι όταν η ώρα προχωρούσε ως τις πρωινές, ο Βιολάρης έπαιζε το τραγούδι του πολογιαστού, οπότε όλοι αναγκαστικά έφευγαν και αφήναν το αντρόγυνο μόνο του. Τη Δευτέρα του γάμου το σούρουπο, ο κόσμος μαζευόταν στην αυλή του αντρογύνου και διασκέδαζαν ακούοντας μουσική και χορεύοντας για να γιορτάσουν το πρώτο σμίξιμο του ζευγαριού. Όταν νύχτωνε με τη συνοδεία της μουσικής, η νύφη και ο γαμπρός άνοιγαν το χορό ενώ οι συγγενείς και οι καλεσμένοι καρφίτσωναν επάνω στα ρούχα τους χρήματα ή κοσμήματα, και σε ένα πιάτο πλούμιζαν τους βιολάρηδες με μικρά νομίσματα.

 Η κοινότητα της Χλώρακας ευτύχισε να έχει μερικούς σπουδαίους επαγγελματίες Βιολάρηδες που άφησαν εποχή. Γυρνώντας στα πανηγύρια και σε γάμους στα περίχωρα, αλλά και σε άλλες επαρχίες που τους καλούσαν, απέκτησαν μεγάλη φήμη και ακόμα μέχρι τις σημερινές μέρες αν και έχουν παρέλθει πολλά χρόνια από το θάνατο τους, πολλοί τους ενθυμούνται και τους συναφέρνουν. Με σειρά γεννήσεως ήσαν οι Αντωνής Βλόκκος που γεννήθηκε το 1905, ο Χαμπής Βασιλούης το 1930, ο Παναής Παναή το 1935, και ο Νικόλας Βλόκκος υιός του πρώτου ο οποιος σήμερα σε μεγάλη ηλικία πλέον, έχει σταματήσει να εργάζεται την όμορφη τέχνη της μουσικής την οποίαν κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, πραγματικώς έχει προάγει σε ύψιστο βαθμό.
Ήταν όλοι άνθρωποι απλοϊκοί μεροκαματιάρηδες που για να ζήσουν τις οικογένειες τους έκαναν και διάφορες άλλες δουλειές. Είχαν όμως εντός του έμφυτο το μεγάλο ταλέντο της μουσικής που τους έκανε ξεχωριστούς και φημισμένους στην κοινωνία.
Ταξίδευαν συχνά προσκεκλημένοι σε γάμους, πανηγύρια, και κάθε λογής συνάξεις της εποχής σε όλη την Κύπρο, σε Τούρκικα ή μιχτά χωριά όπου συναπαντιόνταν με Τουρκοκύπριους οργανοπαίχτες, και επηρεασμένοι από ανατολίτικους ρυθμούς έσμιγαν τους πατροπαράδοτους με τους ξενόφερτους ρυθμούς, ομορφαίνοντας και εμπλουτίζοντας τοιουτοτρόπως την απόδοση της μουσικής τους και 
Δίνοντας της ένα διαφορετικό ηχόχρωμα, έτσι ως πρωτεργάτες καθιέρωσαν την κυπριακή μουσική στη σημερινή της μορφη. Ήσαν όλοι σπουδαίοι βιολάρηδες που συνέβαλαν στην διάδοση της παραδοσιακής μουσικής του τόπου. Κοντά τους μαθήτευσαν αρκετοί μουσικοί που συνέχισαν το έργο τους.


Η ΜΑΜΜΗ

Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων οι άνθρωποι ανάβουν κάρβουνα και θυμιατίζουν το σπίτι, γιατί οι καλικάντζαροι καιροφυλακτούν γύρω για να φάνε τους ανθρώπους. Το έθιμο αυτό προήρθε από το γνωστό παραμύθι της μαμμούς, όταν μια κρύα νύχτα του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων την κάλεσαν να πάει να ξεγεννήσει μια γυναίκα.
Όταν έφτασε στο σπίτι της είδε δίπλα της κάποια ανθρωπάκια να χορεύουν και να λέγουν,
-αν είναι αγόρι χαρά στη μαμμή, αν είναι κορίτσι κατύσιη της μαμμής.
Η έγκυος γέννησε και έκανε κορίτσι. Η μαμή επειδή φοβήθηκε τα λόγια που άκουσε, για να τους ξεγελάσει έβαλε στο μωρό δυο μικρούλια κουβάρια νήμα και φάσκιωσε το μωρό. Τα ανθρωπάκια που χόρευαν και ήταν καλικάντζαροι, ξεγελάστηκαν, και άφησαν την γριά μαμμού να φύγει. Όταν όμως ύστερα από λίγο διαπίστωσαν πως πιάστηκαν αφελείς, πήγαν στο σπίτι της μαμμούς να την τιμωρήσουν. Όμως αυτή προνοητική και πονηρή, κλείδωσε τις πόρτες και άναψε κάρβουνα στο τζάκι και έριξε πάνω φύλλα ελιάς και θυμιατά, έτσι όλη νύχτα οι καλικάντζαροι δεν μπόρεσαν να μπουν στο σπίτι ώσπου έφεξε ο ήλιος, και αναγκαστικά τρύπωσαν και χάθηκαν μέσα στη γη όπου είναι καταδικασμένοι αιώνια να ζουν. Από τότε οι άνθρωποι πήραν το έθιμο από τη μαμμού και τακτικά καπνίζουν με το θυμιατήρι ώστε να φεύγει πάσα κακό.

Από καταβολής κόσμου υπάρχουν οι γυναίκες που ξεγεννούν τα μωρά, γιατί είναι δύσκολο να επιβιώσει ένα νεογέννητο παιδί που το ξεγεννά μόνη της η μητέρα. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός, δίπλα στην Παναγία υπήρχαν δυο μαμμές όπως γράφει στο ευαγγέλιο του ο Ιάκωβος. Στην εποχή του μεσαίωνα οι μαμές κατηγορήθηκαν για μαγεία και κυνηγήθηκαν από την Ιερά εξέταση, ενώ η καθολική εκκλησία απαιτούσε από τις μαμές να είναι βαφτισμένες χριστιανές.
Η μαμή στα όνειρα είναι καλός οιωνός. Εάν στον ύπνο σας δείτε μία μαμή να ξεγεννά κάποιο μωρό, θα μπορέσετε να διώξετε τα βάρη που σας ενοχλούν, και ευχάριστα γεγονότα θα τα διαδεχθούν.
Ως εκ τούτου όλοι τη θεωρούσαν αναγκαία στη ζωή τους αλλά και καλό ποδαρικό, γιατί εκτός από μια καινούργια ζωή σε μια οικογένεια, έφερνε και χαρά σε όσους την ονειρεύονταν, καθώς πίστευαν οι παλαιοί άνθρωποι.
Στα παλιά χρονιά λοιπόν που η φτώχεια ήταν μεγάλη, μια μαμμού αμειβόταν καλύτερα εν συγκρίσει με άλλα επαγγέλματα, άσχετα αν η πληρωμή της ήταν σε είδη όπως γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, ή και ρούχα.
Μια φημισμένη μαμμού ζούσε στα παλιά χρόνια στη Χλώρακα. Ήταν η Ελενούα που έζησε πολλά χρόνια μέχρι πολύ βαθιά γεράματα, και για δεκαετίες επέβλεψε πολλές εγκυμοσύνες και ξεγέννησε όλα τα μωρά της κοινότητας. Γι αυτό όλοι την σέβονταν, και εγώ που μόλις την ενθυμούμαι, την φέρνω στη μνήμη μου σαν μια σεβάσμια γριά που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από όλους τους χωριανούς. Ολοι είχαν να πουν μια ιστορία για την γριά μαμμού, και όλοι την θεωρούσαν δεύτερη μάνα, αφού η μάνα τους γέννησε, και η μαμμού τους ξεγέννησε.  
Η ΧαζιηΕλενούα είναι η μάνα της Στασιάς του Μωυσή. Κατάγεται από την οικογένεια Σιαμμάς, μιας από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες οικογένειες της Χλώρακας. Εκτός από νοικοκυρά, εξασκούσε και το επάγγελμα της μαμμούς, ένα δύσκολο επάγγελμα που χρειαζόταν τεχνική, ελαφρύ χέρι και ιατρικές γνώσεις. Ήταν η γυναίκα που βοηθούσε τις έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τη γέννα.


Ο ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

Οι Άνθρωποι για να επιβιώσουν μάθαιαν  να εργάζονται σκληρά, και επέλεγαν επαγγέλματα σύμφωνα με τις διαθέσεις, τις δυνάμεις, τις βλέψεις και τις επιθυμίες τους. Ρίχνοντας μια ματιά στα παλαιά επαγγέλματα, θα γνωρίσουμε τις δυσκολίες που είχαν στην ανεύρεση ενός συμφέροντος  επαγγέλματος.  θα διαπιστώσουμε και θα θαυμάσουμε την επινοητικότητά τους για να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν αυτά που τους έδινε η φύση. Θα δούμε κάποιους χαρισματικούς με υπερφυσικά προσόντα όπως μυϊκή δύναμη και υπεράνθρωπη αντοχή να γίνονται παλαιστές και να επιδεικνύουν τα προσόντα τους, και γνωρίζοντας την ανάγκη του λαού να θαυμάσει κάθε υπεράνθρωπο, έδιναν παραστάσεις πάλης και επίδειξης άλλων κατορθωμάτων που μόνο αυτοί μπορούσαν να επιτύχουν. Και ήταν πράγματι μεγάλα τα κατορθώματα τους, τόσο που η φαντασία του απλού λαού έπλασε τα αληθινά με τα φανταστικά και ένωσε το θρύλο με την ιστορία.
Στη σημερινή μου διήγηση, μια πραγματική ιστορία θα σας πω για έναν δυνατό παλαιστή που διακρίθηκε στην μακρινή Αμερική καθώς μετανάστευσε για ένα καλύτερο μέλλον και μια μεγαλύτερη φήμη.
Πρόκειται για τον Σάββα Ττοουλιά, ένα νεαρό με μεγάλη μυϊκή δύναμη, που μια φορά όταν τον έστειλε ο πατέρας του να πάρει το γαϊδούρι τους στους αγρούς να βοσκήσει και το έπιασε το γαϊδουρινό γινάτι και δεν περπατούσε, αυτός θύμωσε και το άρπαξε στα χέρια, το φορτώθηκε, και το κουβάλησε στους ώμους. Από μικρό παιδί είχε μεγάλη φυσική δύναμη που την όφειλε στα γονίδια της οικογένειας. Πολλοι προγονοι του φημοζονταν για τη σωματική τους ρώμη, αλλά προπάντων ο πατέρας του και ο παππούς του που ήταν δυνατοί, σαν λιοντάρια.
Από την Κισσόνεργα καταγόταν ο πρώτος πρόγονος που έφερε το επίθετο Ττοουλιάς, επίθετο το οποίον προήλθε από το μικρό του όνομα Χριστόδουλος ή Ττοουλής ή Ττοουλιάς, παρατσούκλι που έμεινε σαν επώνυμο  και στις επόμενες γενιές έως σήμερα. Ήταν  μεγαλόσωμος με πολλή δύναμη και δυνατό σωματικό σκαρί, χαρακτηριστικά που φέρουν αρκετοί απόγονοι του που επίσης διακρίνονται για τη μεγάλη σωματική τους δύναμη.
Οι πληροφορίες φέρουν δυο από τα παιδιά του να μετοικεί ένας στη Χλώρακα και άλλος στην Αυγόρου.
Στην Αυγόρου μετανάστευσε από μικρό παιδί ο Γεώργιος που πήγε δουλειά σαν μισταρκός και όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε και δημιούργησε οικογένεια εκεί. Ένα από τα παιδιά του ο Χριστόδουλος παντρεύτηκε στην Άχνα και έκαμε πέντε παιδιά τους Γιαννή, Δέσποινα, Γεώργιο, Κυριάκο, και Σάββα. Οι τελευταίοι τρεις μετανάστευσαν στην Αμερική όπου έζησαν και οι απόγονοι τους ευρίσκονται εκεί.
Εκ των τριών μεταναστών, ο Σάββας ήταν παλικάρι και είχε τεράστια σωματική δύναμη. Ήταν άφοβος και ανίκητος, έτσι που φυσιολογικά κατέληξε να γίνει επαγγελματίας παλαιστής. Ανακάλυψε ένα προπονητήριο όπου μπορούσε να παλεύει. Αφοσιώθηκε με μανία στην προπόνηση, και γρήγορα με τον καιρό κέρδισε πολλούς αγώνες. Τον καλούσαν σε όλες τις πολιτείες της Αμερικής όπου έγινε πολύ γνωστός. Είχε αποκτήσει φήμη και γνώρισε μεγάλη δόξα, ήταν πάντα ο νικητής και μεγάλα στοιχήματα παίζονταν υπέρ του. Κέρδισε πολλά χρήματα, που όμως δεν τα λογάριασε. Το χειροκρότημα των θεατών ήταν η μεγαλύτερη του ανταμοιβή.
Όμως όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο και περισσότερο στην Αμερική, στις δουλειές αυτές όπου διακινούνται τεράστια ποσά χρημάτων, τον έλεγχο κάθε μεγάλης νίκης πάντα τον έχουν άνθρωποι του υποκόσμου. Με διάφορους τρόπους πάντα καταφέρνουν να γίνεται αυτό που τους συμφέρει. Είναι τόσο ασύλληπτα τα ποσά χρημάτων που διακινούνται στα στοιχήματα που περιπλέκονται στο συνδικάτο της διαχείρισης των αποτελεσμάτων κάθε αγώνος, που  οι άνθρωποι και οι πέριξ αυτών που τα διαχειρίζονται, δρουν παράνομα και ανενόχλητα χωρίς η δικαιοσύνη να μπορεί να τους ακουμπήσει. Κανονίζουν τα αποτελέσματα με ένα τους λόγο και προωθούν στον πρωταθλητισμό όσους αυτοί και μόνον αποφάσιζουν, ασχέτως εαν αξίζουν πραγματικώς.
Ο Κύπριος παλαιστής Σάββας Τουουλιάς είχε τα φόντα για μια σπουδαία καριέρα εκεί στη μακρινή ήπειρο της νέας γης όπου η μια νίκη του διαδεχόταν την άλλη, σημάδι βέβαιο πως θα κατακτούσε την πρωτιά. Με αισθήματα πατριωτισμού να τον διακατέχουν, είχε μια μεγάλη επιθυμία στην καρδιά, ήθελε να κάμει το όνομα του και την άγνωστη μικρή πατρίδα του φημισμένα και ξακουστά ονόματα εκεί στη μεγάλη χώρα. Σύντομα το όνομα του έγινε αρκετά γνωστό, και τα χρήματα γέμιζαν τις τσέπες του, παρ όλο που δεν τον ενδιέφεραν τόσο αυτά, όσο η προσωπική του δόξα. Δεν δέχτηκε συμβιβασμούς, ούτε υπέκυψε σε εκβιασμούς, ήταν όμως αυτό αιτία να τον σκοτώσουν, να τον δολοφονήσουν.
Ήταν ένας αγώνας πάλης, ένα παιχνίδι στημένο που εάν τελεσφορούσε θα επέφερε πολλά εκατομμύρια κέρδη χρημάτων στους ανθρώπους της μαφίας που κυριαρχούσαν και εκβίαζαν, που δωροδοκούσαν ή τιμωρούσαν ή και δολοφονούσαν για παραδειγματισμό εάν χρειαζόταν. Που είχαν καταντήσει τα αθλήματα κυρίως  της πάλης και του μποξ, καθαρά παράνομες κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που προκαθορίζονταν τα αποτελέσματα από τους νονούς με απώτερο καθαρό σκοπό το οικονομικό όφελος από τα στοιχήματα.
Γι αυτό όταν ο Σάββας Ττοουλιάς δεν υπάκουσε στην προσταγή τους, αυτοί θεώρησαν πως αυτός ο ασήμαντος ανθρωπάκος από ένα άγνωστο μέρος του κόσμου, έπρεπε να τιμωρηθεί και να γίνει μικρό παράδειγμα για τους υπόλοιπους συναδέλφους του, ώστε να υπακούν στο σύστημα που είχαν δημιουργήσει και που αποτελείτο από μπράβους και δολοφόνους, αλλά και «καθώς πρέπει» ανθρώπους της κοινωνικής και πολιτικής ελίτ.
Έτσι όταν αντί να ηττηθεί στον αγώνα όπως είχε λάβει προσταγή αυτός νίκησε, η καταδίκη του είχε προδιαγραφεί. Η διαταγή δόθηκε και ο παλαιστής με το λαμπρό μέλλον διαγράφηκε δια παντός από τους αγώνες, βρέθηκε σκοτωμένος σε μια γωνιά του δρόμου ένα πρωί ξημέρωμα από την αστυνομία. Είχε δολοφονηθεί ένα δείλις αργά ενώ επέστρεφε στο ξενοδοχείο που διέμενε, με τρόπο ενδεικτικό και επιδεικτικό που φανέρωνε τους λόγους του άδικου σκοτωμού.

Υ.Γ. 
Συγγενείς του μεγάλου παλαιστή Σάββα Ττοουλιά σήμερα ευρίσκονται στην Αυγόρου, στην Άχνα, στη Λευκωσία, στη Λεμεσό, στη Κισσόνεργα, στη Χλώρακα, και τα τελευταία χρόνια με το μηδενισμό των αποστάσεων, σε όλη την Κύπρο και ακόμα παραπέρα.
Στη Χλώρακα έζησε ο Σάββας που παντρεύτηκε την Δεσποινού αδερφή του Μουχτάρη της Χλώρακας Χριστόδουλου Αζίνα. Απόγονοι τους ήταν οι Θεόδωρος (Τριανταφύλλης), Χαράλαμπος, Νικόλας (Εύζωνας), Καλλιστένη και Αγαθονίκη.
Ο Θεόδωρος ειχε απογόνους τους Χριστόδουλο, Χαμπή (Χαμπιάς) και Ανδρέα.
Ο Χαράλαμπος έκαμε απογόνους τους Νικόλα (Νικολάτσιη), Χριστόφορο (Ττόφας), Χριστόδουλο (Πάρπας), τον Γιωρκή (Κορκής), και την Μαρουλλα Μενελάου Μελιου.
Ο Νικόλας Εύζωνας έκαμε απογόνους τους Μιχάλη, Χριστάκη, Ανδρέα, Θέκλα, Παναγιώτα, Μαρία, Αγγελική και Λυδία.
Η Αγαθονίκη παντρεύτηκε στη Γεροσκήπου και έκαμε απόγονους τη Μαρία Σιαμμά Μαυρονικόλα, το Φιλιππο (υπασπιστής του Μητροπολίτη Πάφου Φώτιου) και το Γιώργο Κούπανο.

Η Καλλιστενη παντρευτηκε το Αντωνούϊ (Κολόιδο) και έκαμαν παιδια τους οι Νικόλα (Πίνος), Χριστόδουλο, Κατίνα, Γιώρκο (Κκελούϊ), Μιχάλη Κέρβερο και Παναγιωτού Χάμπου Πούρνελλου.

Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Ο καρεκλάς κατασκευάζει ψάθινες καρέκλες πλέκοντας το κάθισμα πάνω σε ξύλινο σκελετό που αγοράζει από το μαραγκό σε έτοιμα κομμάτια, και ο ίδιος συναρμολογεί και τα κολλά με γόμα. 
Συνήθως οι μαστόροι τις παλιές εποχές δεν ήσαν στεγασμένοι σε κάποιο μαγαζί, αλλά δούλευαν στην αυλή του σπιτιού τους ή μπροστά στο πεζοδρόμιο, καθώς η τέχνη τους απαιτούσε ελάχιστα εργαλεία.
Ο καρεκλάς με τα λιγοστά εργαλεία του περιδιάβαινε τις γειτονιές και τα καφενεία στα γειτονικά χωριά, και επισκεύαζε τις κατεστραμμένες καρέκλες. Επί τόπου ή οπουδήποτε, εργαζόταν για τους πελάτες. Σήμερα αυτοί οι τεχνίτες ακόμα υπάρχουν, καθώς οι τόννενες καρέκλες είναι πολύ αναπαυτικές, ανθεκτικές και όμορφες.

Την καρέκλα στα παλιά χωριάτικα την ονόμαζαν τσαέρα. Ο Νεόφυτος ο Τσαεράς πήρε το όνομα του επειδή σε κάποια περίοδο της ζωής του υπήρξε τσαεράς (καρεκλάς).
Από μικρό παιδί του άρεσε να κατασκευάζει καρέκλες χρησιμοποιώντας ως υλικό ξερές βανούκες. Στην αρχή έφτιαχνε σκαμνάκια, αλλά καθώς είχε μεγάλο ζήλο, σιγά-σιγά άρχισε από μόνος του να μαθαίνει να δένει τον τόνο και να κατασκευάζει καρέκλες. Με τον καιρό έγινε καλός μάστρος, και επισκεύαζε τις σπασμένες καρέκλες του χωριού. Ακόμα έδενε τις καρέκλες που μόνοι τους οι νοικοκυραίοι κατασκεύαζαν. Ήταν καρέκλες χοντροκομμένες με απελέκητα υλικά, αλλά πολύ στέρεες. Σήμερα μόνο ελάχιστες από αυτές υπάρχουν, και είναι σε μουσεία όπου συντηρούνται και προφυλάσσονται. Αργότερα όταν τα μέρη που αποτελούν την τόννενη καρέκλα βιομηχανοποιήθηκαν, τα αγόραζε και τα συναρμολογούσε και ακολούθως τις έδενε με τόνο.
Ο Νεόφυτος ο Καρεκλάς ή Τσαεράς, έζησε μια φτωχή εποχή, και για να ζήσει την οικογένεια του έκαμνε διάφορες δουλειές. Είχε υπηρετήσει ως στρατιώτης στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ κάποια περίοδο είχε ένα παλιό φορτηγό αυτοκίνητο που το έστηνε στον κατήφορο για να το ξεκινά κάθε πρωί, καθώς μονίμως η μπαταρία του ήταν καθισμένη.
Μόνος του επεξεργαζόταν τον τόνο τον οποίο έβρισκε και μάζευε από έναν υγρότοπο όπου βλαστούσε. Ήταν μια μεγάλη λίμνη κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου γεμάτη νερό από αγίασμα που έτρεχε, και που ξεχειλίζοντας πότιζε το χώμα και σχημάτιζε ένα βαλτότοπο, έναν υγρότοπο, όπου πλούσια ευδοκιμούσε ο τόνος.
Και ύστερα κάθε απόγευμα, καθόταν στη βεράντα του μακριναριού σπιτιού του, και έπλεκε τον τόνο πάνω στις καρέκλες.
Ο Νεόφυτος Τσαεράς, απεβίωσε σε μεγάλη ηλικία το 2013.


Ο ΡΑΦΤΗΣ

Ο Αντρέας Πισσούριος όταν ήταν μικρό παιδάκι, για την σταδιοδρομία του ο πατέρας του αποφάσισε πως έπρεπε να τον μάθει μια τέχνη ελαφριά που να μην κουράζεται όπως ο ίδιος και να γεράσει γρήγορα από τα βάσανα. Σκέφτηκε λοιπόν όλες τις τέχνες, και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η τέχνη του ράφτη ήταν καθαρή και ξεκούραστη δουλειά. Είχε ένα κουμπάρο τον Χαμπή τον Λαούρη ράφτη στο επάγγελμα, που είχε ένα ραφείο στο Κτήμα. Μαζί κανόνισαν, και φώναξαν τον νεαρό Ανδρέα, και του είπαν πως αρχινά δουλειά μαθητευόμενου ράφτη. Χωρίς να φέρει αντίρρηση ο μικρός, από την επόμενη μέρα ξεκίνησε να δουλεύει. Καθημερινά πηγαινοερχόταν περπατητός αγόγγυστα τη μακρινή απόσταση μέρες μήνες και χρόνια.
Μαθήτευσε περισσότερο από δέκα χρόνια, και όταν πλέον καλά ενηλικιώθηκε και έπρεπε να παντρευτεί καθώς του προξένεψαν μια όμορφη κοπέλα, άνοιξε δικό του ραφείο.  
Σήμερα ο Ανδρέας Πισσουριος σε ηλικία περισσότερη των 80 ετών στέκει καλά στην υγεία του, και ακόμα έχει το δικό του ραφείο το οποίο ανελλιπώς κάθε πρωί ανοίγει, και ανελλιπώς εργάζεται εξασκώντας την τέχνη του. Και κάθε δείλι ανελλιπώς, κάθεται στο καφενείο και ρεμβάζει, ή κουβεντιάζει με άλλους χωριανούς. Και αναπολώντας τα περασμένα, κάποιες φορές σκέφτεται πως ο πατέρας του είχε δίκαιο που αποφάσισε να τον στείλει σε τέχνη ξεκούραστη ώστε να μην γεράσει και να πεθάνει γρήγορα από τα βάσανα μιας σκληρής δουλειάς.
 
Ο ράφτης είναι ένα επάγγελμα που σχεδόν έχει εκλείψει παντελώς, σε αντίθεση πριν λίγες δεκαετίες που ανθούσε σε μεγάλο βαθμό.
Τα ραφεία είναι μικρές κάμαρες, καθώς δεν χρειάζονται πολύ χώρο για να λειτουργήσουν. Μέσα υπήρχαν στοιβαγμένα σε ράφια μερικά τόπια υφασμάτων για να διαλέγει ο πελάτης. Τα εργαλεία του ράφτη είναι ένας πάγκος όπου πάνω σχεδιάζει και σιδερώνει τα κοστούμια που ράβει με ένα βαρύ σιδερό και ένα γάρο (σιδερωστρα), μια μεζούρα, ένα τρίγωνο και ένα μεγάλο ψαλίδι, κιμωλίες για να τραβά τις γραμμές, δαχτυλήθρες και ένα καρφιτσερό με καρφίτσες, βελόνες, και οπωσδήποτε η μηχανή ραψίματος.
Ο ράφτης έπρεπε να παρακολουθεί μέσα από περιοδικά τη διεθνή μόδα και να ενημερώνει, αλλά και να καθοδηγεί τους πελάτες ποια γραμμή και μόδα να διαλέξουν για τα ρούχα τους. Έραβαν μόνο αντρικά ρούχα, και αφού έπαιρναν τα μέτρα του πελάτη, ξεκινούσαν το ράψιμο. Τα παντελόνια έπαιρναν λίγο καιρό, αλλά τα σακάκια ήθελαν από μερικές μέρες μέχρι μήνα, και χρειαζόταν κατά τη διάρκεια του ραψίματος, ο πελάτης να επισκεφτεί το ραφείο μερικές φόρες για πρόβα.
Έπρεπε να ράβουν ρούχα καλοραμμένα που να ταιριάζουν στον πελάτη, ανάλογα με το βάρος και το ύψος. Ένας καλός ράφτης ξεχώριζε από την ομορφιά και τη γραμμή που έδινε στα ρούχα.
Όπως και στην εποχή μας, και παλιότερα υπήρχαν ράφτες υψηλής ραπτικής που έπαιρναν πολλά χρήματα. Υπήρχαν μερικοί που πήγαιναν και μαθήτευαν στην Αθήνα, και επιστρέφοντας ονόμαζαν τα μαγαζιά τους Αθηναϊκά ραφεία, και έραβαν ακριβά υφάσματα για πλούσιους και άρχοντες.

Ο ΤΣΕΣΤΑΣ

Στα παλιά χρόνια που οι άνθρωποι είχαν κύρια ασχολία την γεωργία καθώς  η Κύπρος δεν είχε άλλους οικονομικούς πόρους, κάποιοι που ήσαν άκληροι και δεν είχαν ούτε ένα κομμάτι γης να καλλιεργήσουν, ούτε ήξεραν κάποιο επάγγελμα, ασχολούνταν με βοηθητικές εργασίες όπως να κατασκευάζουν καλάθια, κοφίνια και τσέστους. Ήταν κατασκευές που δεν ήθελαν πολλή τεχνική αλλά μεγάλο μεράκι, και που τις πρώτες ύλες τις προμηθεύονταν ελεύθερα από τη φύση, καθώς πλούσια βλάσταιναν στις ρεματιές και στις λαγκαδιές. Στη Χλώρακα δεν υπήρχαν καλαθάδες, αλλά κάποιοι από την οικογένεια του Αντρεουθκιού, ίσως έχοντας καλλιτεχνική φλέβα, έπλεκαν τσέστους που καθώς έγιναν πολύ ξακουστοί ένεκα της ομορφιάς τους, μέχρι πριν λίγο καιρό από τις τελευταίες απογόνους η Ελενίτσα, ησχολείτο με την εργασία αυτή, ώσπου γέρασε, και τα χέρια της κουρασμένα πλέον δεν την βοηθούσαν. Έτσι υποχρεωτικά σταμάτησε να πλέκει, και καθισμένη στην αυλή της με τις ώρες τώρα, αναπολεί τις φορές που όταν τέλειωνε ένα τσέστο, τον κρεμούσε στον τοίχο και μέχρι να τον πουλήσει, τον θαύμαζε σαν καλλιτεχνικό έργο που ήταν άρτια πλεγμένο και πλούσια διακοσμημένο με πολύχρωμα ρούχινα πλουμιά κεντημένα μέσα στις ποκαλάμες.
Όμως σε πιο εμπορική βάση την κατασκευή τσέστων, την πέτυχε η μεγαλύτερη από τις αδελφές η Χριστοδούλα, που μαζί με τη βοήθεια της πολυπληθούς οικογένειας της καθώς απέχτησε οκτώ παιδιά, προώθησε στο παζάρι το προϊόν που κατασκεύαζε σε μεγάλη παραγωγή, και κατάφερε το χωριό της Χλώρακας να καταταχτεί στην ιστορία της λαϊκής παράδοσης.
Οι τσέστοι είναι μεγαλα στρογγυλά ξέβαθα πανέρια που κατασκευάζονται κυρίως με ποκαλάμες  (στελέχη σιταριού)  και φύλλα φοινικιάς, καθώς καλάμια και σκλινίτζια (άγρια βλάστηση σε υγρά εδάφη που χαρακτηρίζεται από  πολλά λεπτά και μακριά στελέχη κυλινδρικά, και ευλύγιστα αλλά και στερεά ) που τις πλέκουν και τις δένουν μεταξύ τους, και τα στολίζουν με πολύχρωμα υφάσματα. Τον παλιο καιρό χρησίμευαν πολύ στις νοικοκυρές, γιατί τα διάφορα ζυμαρικά όπως κουλούρια, φιδέ, μακαρόνια, τραχανά, φλαούνες κλπ, τα ζύμωναν μόνες τους, και τα άπλωθαν στους τσέστους για να στεγνώσουν ή  να τα ψήσουν.
Ακόμα θέλοντας να καταδείξουν την μεγάλη τους ωφελιμότητα, τοποθετούσαν μέσα την ενδυμασία της νύφης για να την χορέψουν την ημέρα του γάμου.
Σήμερα με τη βιομηχανική ανάπτυξη, τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα αντικατέστησαν τα παραδοσιακά που ήταν φτιαγμένα με τα φυσικά υλικά και τώρα κατασκευάζονται από πλαστικές ύλες.

Ο ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ


ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΜΑΝΤΗΣ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ

Ο Χαρίλαος ο Μάντης ήταν ένας γυρολόγος γανωματής από τον Καθηκα. Μακρινό το χωριό από τη Χλώρακα και πολλές ώρες δρόμος, αλλά κάθε τόσο καιρό με τη σειρά, περνούσε και μάζευε τα μαυρισμένα από τη φωτιά σκεύη των νοικοκυρών, και τα φόρτωνε στο ζώο του. Ήταν ένας μεγάλος άππαρος που με τα δισάκια κρεμασμένα γεμάτα ατζιά και τον ίδιο καβαλικεμένο στη ράχη, μεγαλόσωμος και όμορφος, κάλπαζε τη μεγάλη απόσταση χωρίς να κουράζεται.
Στα χωριά τον παλιό καιρό οι κάτοικοι ήσαν λιγοστοί και συγγενείς αναμεταξύ τους, γι αυτό συνήθιζαν για τις νιές κοπέλες να φέρνουν γαμπρούς από άλλα χωριά, και τα παλληκάρια να τα στέλλουν σώγαμπρους σε άλλα χωριά. Καμιά φορά γινόταν το αντίθετο, αλλά πολύ αραιά. Ώστε ο Χαρίλαος καθώς είχε και τη τέχνη του, ήταν περιζήτητος γαμπρός στη Χλώρακα, και όπως ήταν φυσικό, κάποιοι μεσολάβησαν και τον πάντρεψαν με μια χωριανή κοπέλα, και από τότε έμεινε στη Χλώρακα εξασκώντας το επάγγελμα του γανωματή.    
Τον θυμάμαι καλά καθώς μέναμε στην ίδια γειτονιά με ένα τσιγάρο κρεμασμένο στο στόμα σκυφτό στην αυλή του να γανώνει, ή να γυρίζει στα δρομάκια και να μαζεύει τα ατζιά φωνάζοντας με τη βραχνή του φωνή,
Είμαι γανωματσιής, μπακίρια γανώνω,
Τις παλιομαϋρισσες καλά μπαλώνω

Ο γανωτσής έλιωνε τον κασσίτερο πάνω σε φωτιά και αφού προηγουμένως είχε καθαρίσει καλά το σκεύος, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το έτριβε με σκόνη κεραμιδιού. Ακολούθως κρατώντας το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά, έριχνε μέσα το νησιαντήρι, για να στρώσει και να κολλήσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια με ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα, και τέλος βουτούσε το σκεύος μέσα σε κρύο νερό. Στο τέλος το σκούπιζε με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει..
Η λέξη γανωτής προέρχεται από το αρχαίο ρήμα γανώ που σημαίνει δίνω λάμψη, και είναι επάγγελμα από τα πιο παλιά που υπάρχουν.
Γανωτής ή γανωναματής ονομάζεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο.
Οι γανωματζιήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα χαρτσιά, τις μαγείρισσες, τα σινιά.
Ήταν επάγγελμα πολύ διαδομένο στις αρχές του περασμένου αιώνα, το οποίον τελείωσε σχεδόν ολοκληρωτικά στα τέλη του ίδιου καθώς τα μαγειρικά σκεύη κατασκευάζονταν ανοξείδωτα πλέον, και δεν χρειάζονται επικασσιτέρωση. Ακόμα υπάρχουν τεχνίτες, αλλά αραιά και που.

Ο ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ


Ο ΦΚΩΝΗΣ
Η ταβέρνα του Φκωνή ήταν κτισμένη δίπλα στην πλατεία της εκκλησιάς και εκεί μαζεύονταν τις νύχτες οι αθκιασεροί και οι κρασοπότες να πιούν κανένα γράδο κοκκινέλι. Ήταν ένα χαμόσπιτο κτισμένο με πέτρες και πηλό από χώμα και άσιερο, μια κάμαρη, ένα χαμηλό δωμάτιο τόσο χαμηλό, που για να μην κουτουλούν οι πελάτες, το πάτωμα ήταν σκαμμένο μέσα στη γη. Η σκεπή καμωμένη από κανιά και χώμα που όταν έβρεχε έσταζε και έβρεχε τους πελάτες. Με παλιές ξύλινες πόρτες χωρίς κλειδαριές και ένα μικρό παράθυρο όσο να μπαίνει λίγο φως.
Ήταν κτισμένη ακριβώς στη θέση που είναι τώρα το εστιατόριο «Φαμακούστα», στην οδό «Ζήνας Κάνθερ». Ήταν η ταβέρνα του Φκωνή που άφησε εποχή, που με τον ίδιο να φαντάζει θεόρατος με τη μαύρη βράκα και το αλατσιέτινο ζιμπούνι πανύψηλος να μην τον χωρεί το μαγαζί του και να σερβίρει σκυφτός για να μην κουτουλλά στο ταβάνι.
Μέσα στο μουντό φως της λάμπας πετρελαίου τα τραπέζια τάβλες πάνω στο χωματένιο πάτωμα ήταν πάντα γεμάτα πελάτες. Η τσίκνα από το τρεμιχόλαο γέμιζε τον αέρα και τα κουνουπίδια ήταν πάνω στο ράφι αφημένα μαζί με σώτες γεμάτες τσιρίτζια μέσα σε λίπος από λαρδί και βάζα γεμάτα καππάρι. Στη γωνιά ήταν κρεμασμένο από το ταβάνι ένα ολόκληρο λαρδί χοίρου, ενώ πάνω σε όλα τα τραπέζια είχε κούπες γεμάτες βραστές πατάτες.
Ήταν μια συνταιριασμένη ατμόσφαιρα με το χώμα στο πάτωμα να μυρίζει ξινό κρασί και να σμίγει με την μυρωδιά από τα ξιδάτα παντζάρια, τα βραστά αβγά μέσα σε μαύρο λάδι ελιάς και τη τσίκνα της ρέγκας που ψηνόταν στη φωτιά της μηχανής. Ήταν μεζέδες μιας εποχής χωριάτικοι και φτηνοί που έφτιαχνε ο ταβερνιάρης,  αλλά γνήσιοι και άμετρης γευστικής απόλαυσης.
Κάθε βράδυ οι φτωχοί χωρικοί την άραζαν μέσα εκεί, να πιούν φτωχικά και να ξεχάσουν την φτώχεια και τη μιζέρια τους.
Το στερκό κρασί τους έφτιαχνε τη διάθεση και τους έκανε να ευφραίνονται απεριόριστα τις γλυκείες γεύσεις από τα φτωχικά φαγητά. Τσιμπούσαν και τσουγκρούσαν τις καντήλες εις υγεία στα ξύλινα βαρέλια που ήταν γεμάτα κρασί.
Ήταν βαρέλια θεόρατα που γέμιζαν το μισό μαγαζί, γεμάτα με κρασί που εκείνον τον καιρό πουλιόταν με την οκά και το μετρούσαν με το κάρτο, ένα τσίγγινο δοχείο με την ανάλογη χωρητικότητα. Όμως πολλές φορές τα άδειασαν οι κρασοπότες, και πολλές ήταν οι φορές που παρασυρμένοι από τη πολλή ζάλη της μέθης συμπεριφέρθηκαν ως μεθυσμένοι.
Μια φορά, ο Χριστόδουλος Πάσπας ένας τακτικός θαμώνας, πάνω στο μεθύσι του πήγε στοίχημα με τους φίλους του πως η στενή πόρτα της ταβέρνας χωρούσε το αυτοκίνητο του να περάσει μέσα. Και το θολωμένο του μυαλό παραμερίζοντας τη λογική, τον οδήγησε έξω να πάρει το αμάξι μη λαμβάνοντας όψιν τις διαμαρτυρίες του ταβερνιάρη. Ξεκίνησε λοιπόν ο άμυαλος το παλιό του αμάξι, και πέρασε μέσα από την πόρτα της ταβέρνας. Μα η πόρτα ήταν στενή και δεν χωρούσε, έτσι μαζί με τον τοίχο γκρεμίστηκε κάτω στο πάτωμα. Βλέποντας την καταστροφή έφερε το νου του, αλλά το κακό είχε γίνει. Συμφώνησαν με τον ταβερνιάρη, και την άλλη μέρα όλοι μαζί οι φίλοι καθώς ήταν καλοί μαστόροι, επιδιόρθωσαν όλες τις ζημιές.